Και ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Το pc να παίζει τραγούδια «του καιρού μας», το αλκοόλ να ρέει άφθονο, ούτε στιγμή δεν σταματήσαμε να γελούμε, να πειράζουμε η μια την άλλη και να τρώμε. Ανέκαθεν το φαί ήταν απαραίτητο συστατικό της παρέας.
Έχω ξαναπεί πόσο τις αγαπώ και τις νοιάζομαι τις κορούδες μου. Δεν τις αλλάζω με τίποτε και χαίρομαι για το χρόνο που περνά και όσα κτίζουμε στη σχέση μας.
Θα πω όμως για τη βρωμιά που ζήσαμε στο αγροτόσπιτο, όπου μέναμε. For reference Το σπίτι της Μυρτώς στην Τόχνη. Σας συμβουλεύω να το αποφεύγετε. Ειλικρινά μέσα στη βδομάδα, θα πρέπει να περάσουμε όλες από κανένα γιατρό, να κάνουμε καμιά ανάλυση, καμιά εξέταση, να βεβαιωθούμε πως είμαστε μια χαρά.
Αρχικά κάναμε γνωριμία με την κυπριακή πανίδα. Κουνούπια, σφήκες, μέλισσες, κατσαρίδες, σαύρες, ένας χαμελαίοντας, ακόμη και ποντικός. Ευτυχώς τα δύο τελευταία, έξω από την αυλή. Τα υπόλοιπα μας έκαναν παρέα τις λίγες ώρες που καταφέραμε να κοιμηθούμε. Η δε αυλή ήταν όλα τα λεφτά. Προφανώς ο ιδιοκτήτης είχε σκοπό να δημιουργήσει σκηνικό χωριού. Κατάφερε να μαζέψει σαβούρα της δεκαετίας του 1950 και να τα στοιβάξει εκεί.
Και πάμε τώρα στην πισίνα. Αν ακούσετε ότι τις επόμενες μέρες, για κοπέλες στη Λευκωσία, που μεταμορφώθηκαν σε χελωνονιτζάκια εξαιτίας μετάλλαξης, εμείς είμαστε. Για τέτοιο νερό μιλούμε. Έριξαν τόσο χλώριο μέσα για να καθαρίσει έστω και επιφανειακά, που ακόμη και μετά που κάναμε μπάνιο, η μυρωδιά είχε διαποτίσει το δέρμα μας, δεν έλεγε να φύγει. Μια θολούρα στην πισίνα απίστευτη. Και προλαβαίνω απορίες, να πω ότι οι μισές τουλάχιστον τολμήσαμε και κολυμπήσαμε…
Όσο για τα δωμάτια, ήταν σκονισμένα, λερωμένα με μια μυρωδιά κλεισούρας. Και βρήκαμε ακαθαρσίες στο πάτωμα.
Ευτυχώς δεν αφήσαμε τη διαμονή να μας χαλάσει το σαββατοκυρίακο. Ήταν όμως στα αρνητικά. Αν ήταν καλύτερη, θα μας ανέβαζε ακόμη περισσότερο, τουλάχιστον, θα ξεκουραζόμασταν το βράδυ, που ήταν και η μεγάλη ταλαιπωρία. Και είναι κρίμα, γιατί το σπίτι ήταν ωραίο. Λίγη προσοχή ήθελε, λίγη φροντίδα και θα ήταν μια κούκλα.