Thursday, 28 May 2015

Βάλτε χέρι σε μια άθλια διαφήμιση





Από την μέρα, μάλλον νύχτα ήταν που πέτυχα τη διαφήμιση των αλλαντικών Χρυσοδάλια στην τηλεόραση, τα έχω πάρει.

Και για να μην μιλώ μόνη μου και να ξέρετε σε τι ακριβώς αναφέρομαι, την έχω μοστράρει για να την δείτε και εσείς.

Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε και ποιος σχεδίασε αυτή την ελεεινή αυτή διαφήμιση. Υποθέτω, πρέπει να είναι κάποιος που θεωρεί αστείο ίσως και έξυπνο να του βάζουν χέρι.

Αλλά θα στο χαλάσω Χρυσοδάλια. Το να σου βάζουν χέρι, δεν είναι κάτι με το οποίο κάνεις χιούμορ. Είναι κάτι πολύ σοβαρό, και θα το έπαιρνα ένα βήμα παρακάτω και θα έλεγα ότι είναι και εγκληματικό.

Γιατί, συνήθως αυτός που του βάζουν χέρι είναι γυναίκες, παιδιά, άνθρωποι αδύνατοι που δεν έχουν το σθένος να απαντήσουν.

Επομένως, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η εταιρεία διάλεξε αυτό το concept για να πουλήσει τα προϊόντα της. Υπάρχει στα αλήθεια κανένας που να του άρεσε αυτή η διαφήμιση;

Δείξε μου σκηνή σεξ δεν να με ενοχλήσει. Η συγκεκριμένη διαφήμιση, όμως με ενόχλησε πάρα πολύ. Με θύμωσε.

Τον τελευταίο καιρό, ευτυχώς αρχίσαμε να συζητούμε για θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης. Και αυτό είναι πολύ καλό, γιατί επιτέλους σημαίνει πως αρχίσαμε να βλέπουμε την κατάσταση διαφορετικά.

Υπάρχει πολύς δρόμος ακόμη να διανύσουμε. Και η διαφήμιση της Χρυσοδάλιας, μας παίρνει πίσω.

Ο χαμογελαστός μεσήλικας που κάνει χιούμορ με την όμορφη νεαρή νύφη και με διφορούμενο ύφος διατυμπανίζει ότι ξέρει να βάζει χέρι, δεν είναι αστείο. Είναι αηδία.

Και δυστυχώς είναι μια νοοτροπία που υπάρχει βαθιά ριζωμένη. Είναι ο διευθυντής που βάζει χέρι στις υφιστάμενες του, είναι ο παππούς, ο θείος, ο προπονητής που βάζει χέρι στα εγγόνια του, είναι αυτοί που βάζουν χέρι στις οικιακές βοηθούς. Μακρύς ο κατάλογος να μην συνεχίσω.

Επομένως, αν θα βάλω χέρι σε κάτι δεν είναι στα αλλαντικά της εταιρείας, αλλά σε οποιαδήποτε άλλη μάρκα πετύχω στο σουπερμάρκετ. Άσε που ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι, ότι τα αλλαντικά της Χρυσοδάλιας, είναι κατασκευασμένα από εισαγόμενα κατεψυγμένα κρέατα και όχι από φρέσκα. Ένα σκατό τόπος είμαστε, ξέρουμε τι πωλεί και τι προϊόντα έχει ο καθένας.


Υγ. Σκέφτηκα το ενδεχόμενο η εταιρεία να μου κάμει πρόβλημα. Στην περίπτωση αυτή, σκεφτείτε κανένα καλό δικηγόρο. 

Tuesday, 26 May 2015

Οι επιλογές του Μήτσου



Μέσα στα μουσικά μου folders εντόπισα ένα που ονομάζεται «epiloges Mhtsos». Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο Μήτσος και πως βρέθηκε εκεί. Σίγουρα δεν το έβαλα εγώ, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Το πιο πιθανόν να το έκανα copy μαζί με κάτι άλλα τραγούδια.

Τέσπα, σήμερα δεν είχα και πολλή διάθεση για τις συνηθισμένες μου τρανσιές. Και όπως ψαχούλευα το αρχείο μου να δω τι θα ακούσω, έπεσα πάνω στις επιλογές του Μήτσου.

Λοιπόν, για ροκά τον κόβω τον Μήτσο. Μέχρι στιγμής άκουσα Ξύλινα Σπαθιά, Υπόγεια Ρεύματα, Παπακωνσταντίνου.

Γράψετε λάθος, ο Μήτσος μάλλον ακούει από όλα. Γιατί τώρα έπεσα πάνω σε Μαρινέλλα, το επόμενο είναι Γιάννης Κότσιρας και ακολουθεί η Βουγιουκλάκη με το Μέσ’ αυτή την βάρκα είμαι μοναχή. Υπάρχει το Καικι μου Αη Νικόλα, η Πρώτη Μαίου και το Δυο πόρτες έχει η ζωή.

Α ρε Μήτσο, α ρε Μήτσο. Δεν ξέρω ποιος είσαι και κάθομαι και ακούω τις επιλογές σου. Και όχι μόνο τις ακούω αλλά και τις κρίνω κιόλας.

Το ξέρω ότι οι αναρτήσεις μου έγιναν πιο σπάνιες και από την έκλειψη σελήνης. Είναι πολλές φορές που θα ήθελα να γράψω κάτι, αλλά ξεμένω από χρόνο. Και είναι και φορές επίσης που ξεμένω από διάθεση να πω κάτι.

Η δουλειά κάνει τους άντρες ρε Μήτσο; Για όνομα. Τι άλλο έβαλες; Και πότε άκουγες τούτο τον αχταρμά των τραγουδιών;

Να σας πληροφορήσω πάντως πως υπάρχει ένα τραγούδι που λέγεται Λεμόνι στην Πορτοκαλιά. Φταίω που μου θυμίζει το «λεμονάδα από λεμόνια θέλετε;»

Τελοσπάντων, αυτό που θέλω να πω είναι πως όπως οι περισσότεροι, έχω βυθιστεί μέσα στον μικρόκοσμό μου. Κάποτε αυτό είναι καλό και κάποτε δεν είναι.

Τι λες ρε Μήτσο, που οι άντρες δεν κλαίνε; Σοβαρά; Ποιος σου είπε τέτοιο πράγμα, Φυσικά και κλαίνε. Και καλά κάνουν και κλαίνε. Live από τη Μαρινέλλα.

Και τώρα εγκαταλείπω. Σας αφήνω με το τραγούδι που κλείνει και ο Μήτσος τις επιλογές του. Όταν θα φύγεις του Φίλιππου Νικολάου.



Και μετά από αυτό το άκουσμα, νομίζω ένα ουίσκι σκέτο είναι ότι χρειάζεται. Στην υγεία σου Μήτσο.

Υγ. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει τρόπος να φορτωθεί κάποιος τις λύπες του παιδιού του. Τις λύπες, επιμένω, όχι τις ευθύνες ή τις συνέπειες. Απλά τις λύπες...

Thursday, 23 April 2015

Σωρός αριθμός 124


Από την ώρα που είδα αυτή τη φωτογραφία δεν μπορώ να τη βγάλω από το νου μου.

Χτες πραγματοποιήθηκαν στη Μάλτα οι πρώτες κηδείες των ανθρώπων, που πνίγηκαν το περασμένο Σάββατο, έξω από την Ιταλία. Υπολογίζεται ότι πάνω από 800 άνθρωποι σκοτώθηκαν.

Χτες, λοιπόν, ξεκίνησαν να τους θάβουν. Τα φέρετρα τα κρατούσαν στρατιώτες. Τριγύρω δεν υπήρχαν συγγενείς.



Πάνω στα φέρετρα δεν υπήρχε όνομα ή φωτογραφία. Κανένας, άλλωστε δεν γνωρίζει ποιοι είναι. Το μόνο που έγραφε το φέρετρο είναι «σωρός αριθμός…» και δίπλα το νούμερο του πεθαμένου. Το ίδιο θα γράφει και στον τάφο. Ένα αριθμό.

Ο πεθαμένος είναι άγνωστος. Κανένας δεν ξέρει ποιος είναι, από πού έρχεται, που ήθελε να πάει. Το μόνο που ξέρουμε ότι αναζητούσε μια καλύτερη ζωή. Αντί για αυτό βρήκε το θάνατο.

Μου φαίνεται τόσο παράλογο να πεθαίνει κάποιος και να μην το γνωρίζει καν η οικογένειά του. Να είναι ένας άγνωστος πεθαμένος.

Θα τον περιμένουν να γυρίσει; Θα περιμένουν να τους γράψει; Θα τον σκέφτονται; Θα βάζουν ένα πιάτο στο τραπέζι, όπως έκαναν πολλοί μετά την εισβολή περιμένοντας τους αγνοούμενους τους να γυρίσουν; Θα προσεύχονται για το θαύμα ή μήπως θα τον ξεγράψουν σιγά σιγά, θεωρώντας ότι χάθηκε;
Μπορούμε να συζητούμε τις ώρες για το μεταναστευτικό. Να πλακωνόμαστε, να βρίσκουμε λύσεις, να διαφωνούμε, να τους θέλουμε να μην τους θέλουμε.

Όπως και να έχει όμως το θέμα, σε κανένα άνθρωπο δεν αξίζει να είναι ένας ανώνυμος πεθαμένος. Σε κανένα άνθρωπο δεν αξίζει να είναι η σωρός με αριθμό τάδε.

Tuesday, 10 March 2015

Η οικειότητα μιας γειτονιάς





Όταν βγάζω βόλτα τους υπέροχους, αγαπημένους σκύλους, λεβέντη πατέρα και γιο συναντούμε τον Έκτορα, τη Λάρα, τη Λούνα, τον Αλήτη. Ο πατέρας τους αγνοεί, ο γιος θέλει να παίξει μαζί τους.

Τα σκυλιά συνοδεύονται από τους ιδιοκτήτες, προσωπικά προτιμώ τη λέξη γονείς ή τις οικιακές βοηθούς. Δεν γνωρίζω κανενός το όνομά του. Είναι οι γείτονές μου και δεν ξέρω πως τους λένε, τι κάνουν, που δουλεύουν.

Ξέρω όμως ότι ο Έκτορας είχε χτυπήσει πρόσφατα, για τον Αλήτη που παίρνει χάπια γιατί είναι άρρωστος, για τη Λάρα που είναι με την περίοδό της. Και δεν ξέρω τίποτα για τους ανθρώπους που συντροφεύουν αυτά τα σκυλιά.

Ίσως και αν τους συναντούσα χωρίς τα σκυλιά τους να μην ανταλλάζαμε ούτε καλημέρα. Υποθέτω το ίδιο ισχύει και για μένα στα μάτια των άλλων. Είμαι η γειτόνισσα με τους δύο μποξέρ, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Το κλίμα είναι εντελώς διαφορετικό όταν κινούμαι στους χώρους κοντά στο σχολείο των μικρών. Νιώθω ότι είμαι σε ένα οικείο χώρο, στη γειτονιά μου ίσως, παρόλο που το σπίτι μου είναι πολλά χιλιόμετρα μακριά, ρωτήστε και τον πρατηριούχο πόσο συχνά κάνω στάση για καύσιμα.

Συναντώ ανθρώπους που τους βλέπω καθημερινά. Δεν είναι ότι είναι φίλοι μου, ότι ανταλλάσουμε βαθυστόχαστες κουβέντες ή ότι πάμε για καφέ. Κοντοστεκόμαστε για μια καλημέρα, για ένα χαιρετισμό, να ρωτήσουμε με ενδιαφέρον τι κάνουμε, να χαρίσουμε ένα χαμόγελο.

Μου αρέσει αυτή η οικειότητα μιας γειτονιάς, που δείχνει να νοιάζεται ο ένας για τον άλλο.

Παλιά μου άρεσε η ανωνυμία του πλήθους, η ασφάλεια του να είσαι κάπου και να μην είσαι κανένας. Άλλος ένας κάτοικος μιας πολύβουης πόλης, που όλοι τρέχουν σαν τρελοί, να προλάβουν να κάνουν τα πάντα.

Δεν είναι ότι ονειρεύομαι να τρέχω να πίνω καφέ με τη γειτόνισσα ή να καλούμε τους γείτονες να φάμε μαζί Κυριακή μεσημέρι. Δεν ξέρω, μου φαίνεται κάπως παράξενο το ότι φτάσαμε στο σημείο να γνωρίζουμε τους σκύλους της γειτονιάς, αλλά όχι τους γείτονες.

Είναι όμορφη μια ζεστή καλημέρα το πρωί. Ανεβάζεις διάθεση όταν ο άλλος σε ρωτήσει με ενδιαφέρον πως είσαι. Έχει πλάκα να γελάσεις με ένα άλλο άνθρωπο για κάτι που είδατε μαζί...

Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης ανέβαζαν τον ιδανικό αριθμό κατοίκων μιας πόλης ο ένας στις 5.000 ανθρώπους και ο άλλος στις 10.000. Σαν ένα μεγάλο χωριό ένα πράμα. Μπορεί να ακούγεται παράξενο στις μέρες μας, όπου πλέον μιλούμε για μεγαλουπόλεις, και η τάση είναι ότι οι πόλεις θα γίνονται ακόμη μεγαλύτερες, αλλά μπορεί και να έχουμε χάσει κάποια πράγματα. Μπορεί και να χάθηκε αυτό που κάνει μια πόλη πιο ανθρώπινη, πιο ζεστή, καλύτερο τόπο για όλους. 


Monday, 2 March 2015

Πριν και μετά



Έξοδος 2005 vs Έξοδος 2015. Όχι αυτή που πραγματοποίησαν οι Ισραηλίτες αλλά για χορό και διασκέδαση. Γιατί όπως και να το κάνουμε και οι κοντεύουν τα 40 με παιδιά έχουν ψυχή. Ας δούμε, λοιπόν μερικές σημαντικές διαφορές.

Προετοιμασίες
2005
Τηλέφωνο κατά το Σάββατο το μεσημέρι να κλείσουμε σε όποιο κλαμπ ήταν διαθέσιμο. 
2015
Τηλέφωνο ένα μήνα πριν για να συνεννοηθούμε να μην κανονίσουμε κάτι άλλο και για να ειδοποιηθούν εγκαίρως οι γιαγιάδες ότι θα προσέχουν εγγονάκια. 

2005
Αδύνατο να αντισταθούμε στον πειρασμό να βάλουμε τη σούπερ σέξι γυαλιστερή μπλούζα που φωνάζει από μακριά «κοιτάξτε με». 
2015
Την ποια είπαμε; Ό,τι πιο άνετο που κάνει για τέτοιους χώρους υπάρχει στην ντουλάπα.

Ακυρώσεις
2005
Απόψε δεν θα τα καταφέρω κάτι έτυχε. Όπου το κάτι σημαίνει γκομενικό τηλεφώνημα και ο νοών νοείτο. 
2015
Απόψε δεν θα τα καταφέρω αρρώστησε το μωρό και δεν μπορώ να το αφήσω.

Μέσα στο κλαμπ
2005
Όση βότκα έμεινε από την τρίτη μπουκάλα, να φυλαχτεί για την επόμενη φορά. 
2015
Μια μπουκάλα και με το ζόρι.

2005
Εεεεε, που στο καλό ο dj ξέθαψε αυτό το τραγούδι; Μιλούμε για τραγούδι του 2003, παρακαλώ. 
2015
Παράνοιααααααααααααααα ας χορέψουμε με το Να παίζει το τρανζίστορ τα αμερικάνικα... Ευτυχώς, έλειπε η κόρη Α για να ρωτήσει τι στο καλό είναι τα τρανζίστορ.

2005
Έλα, πάμε κανένας δεν θα κάθεται κάτω, όλοι χορεύουμε. 
2015
Αχ Παναγία μου και θα πρέπει να περνούμε από τεστ κοπώσεως, πριν από κάθε έξοδο.

2005
Γύρω στις 4:00 τα ξημερώματα: Θα συνεχίσουμε εδώ ή να πάμε κάπου αλλού; 
2015
Γύρω στις 3:00 τα ξημερώματα: Ώρα να φεύγουμε; 

2005
Λείπουν μερικά χρήματα ποιος θα συμπληρώσει; 
2015
Μαζεύτηκαν περισσότερα χρήματα, ποιος θέλει ρέστα;

Μετά το κλαμπ
2005
Θα πάμε τελικά Μιραμπέλα;
2015
Πότε θα φτάσουμε σπίτι μας;

2005
Σε ποιους δρόμους λέτε να έχει αστυνομία, να αποφύγουμε το άλκοτεστ; 
2015
Οι μισοί ήρθαν με ταξί και οι άλλοι μισοί με οδηγό που δεν ήπιε (πολύ).

2005
Ξύπνημα με το ζόρι γύρω στο μεσημέρι. 
2015
Ξύπνημα πριν από τις 10 το πρωί γιατί δεν κολλά άλλος ύπνος.

2005
Χουζούρεμα στο κρεβάτι. 
2015
Πάω να φέρω τα παιδιά σπίτι.

2005
Μάνα τι θα φάμε το μεσημέρι; Ρωτάς εσύ. 
2015
Μάνα τι θα φάμε το μεσημέρι; Σε ρωτούν εσένα.

Και τα παραλειπόμενα
2005
Καθώς η νύχτα πλησιάζει αρχίζουν τα τηλεφωνήματα για απογευματινό καφέ. 
2015
Καθώς η νύχτα πλησιάζει μετράς τα λεπτά που θα βρεθείς στο κρεβάτι σου.

2005
Να βρεθούμε για κανένα ποτό; 
2015
Θα φτιάξω τσάι, θες;

2005
Και αφού το σκοτάδι έχει πλακώσει για τα καλά, ραντεβού σε μισή ώρα για κανένα ποτό. 
2015
Και αφού το σκοτάδι έχει πλακώσει για τα καλά, σηκώνεσαι από τον καναπέ για ένα ύπνο περιποιημένο στο άνετο κρεβάτι.

Και 2005 και 2015
Αυτό που παραμένει το ίδιο όμως όσα χρόνια και αν περάσουν είναι η αγάπη που δένει την παρέα και το κέφι κάθε φορά που θα βρεθούμε μαζί. Η ίδια λαχτάρα να διασκεδάσουμε, να χορέψουμε και παρά τα πονεμένα από τακούνια πόδια, να μην κάτσουμε κάτω ούτε ένα λεπτό. Και αυτό μετράει περισσότερο από όλα. 

Tuesday, 24 February 2015

Μάνα υπό αμφισβήτηση



Η μάνα μου διηγείται μια ιστορία. Όταν ήμουν μικρή γύρω στα τέσσερα, αν υπολογίζω καλά, ζούσαμε σε ένα ορεινό χωριό. Εκείνο το χειμώνα έβαλα στο μάτι την ξυλόσομπα. Ντε και καλά ήθελα να την ακουμπήσω.

Ο παππούς και η μάνα μου προσπάθησαν να με αποτρέψουν, εξηγώντας μου πως θα κάψω τα δάχτυλα μου, πως θα πονέσω. Εννοείται, πως τους έγραψα κανονικά και με την πρώτη ευκαιρία που η σόμπα, ήταν αφύλαχτη την ακούμπησα.

Φυσικά και κάηκα. Και όπως περιγράφει η μάνα μου για πολύ καιρό απέφευγα συστηματικά ακόμη και να περάσω από κοντά στην ξυλόσομπα, έκανα ολόκληρους ελιγμούς μέσα στο σπίτι για να μην βρεθώ κοντά της.

Θυμάμαι αυτή την ιστορία κάθε φορά που μου συμβαίνει κάτι ανάλογο με τις μικρές. Λέω, εξηγώ, φέρνω παραδείγματα, το μόνο που μου λείπει είναι παρουσίαση με power point και ανάλογη μουσική υπόκρουση. Αν δεν δοκιμάσουν μόνες τους και αν δεν την πατήσουν δεν σταματούν. 

Την αμφισβήτηση που τρώω, δεν την έφαγε ούτε ο Χριστόφιας μετά το Μαρί.

Ακόμη, και για το πιο απλά πράγματα είναι σαν να μην με πιστεύουν. Παράδειγμα. Η μεγάλη ρωτά αν έχουμε ποπ κορν από την προηγούμενη μέρα. Της απαντώ αρνητικά γιατί τα έχω πετάξει, για να μην γεμίσει ο πάγκος μυρμηγκάκια. Δεν με πιστεύει και πάει να κοιτάξει μόνη της.

Καλά της λέω, είναι δυνατόν, να είχαμε και να μην στα έδινα; Τι στο καλό, είμαι από τις μάνες που αφήνουν νηστικά τα παιδιά τους; Εντάξει, είπαμε κάτι σοκολάτες τις τρώω κρυφά, αλλά ποπ κορν είναι, αν είχα γιατί να μην στο δώσω;

Και φυσικά αυτό είναι το λιγότερο.

Από τη μια μου αρέσει που δεν δέχονται αβίαστα ό,τι τους πω, που το ζυγίζουν, που ρωτούν και που αμφισβητούν.

Αλλά η πολλή η αμφισβήτηση άρχισε να μου τη δίνει. Μια φορά θέλω κάτι να πω και να το δεχτούν αμέσως. Χωρίς γιατί, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς να το κοσκινίσουν πρώτα εκατό φορές.

Και δεν έχω πρόβλημα να αμφισβητούν τις ιδέες, τις πεποιθήσεις μου. Τα αυτονόητα είναι που με χαλούν. Θέλει, πάλι η μεγάλη, να φορέσει τις καινούριες της γαλότσες και να πάει να περπατήσει στη λίμνη. Ύστερα από πέντε λεπτά διάλεξης ότι στις λίμνες δεν κολυμπάμε και ότι οι άνθρωποι πνίγονται εκεί λόγω λάσπης το μόνο που είχε να πει ήταν το εξής: Αν πάω και πατήσω μέχρι το γόνατο θα πάθω κάτι;

Ο Μοτορτζής λέει ότι δίνω πολλές εξηγήσεις και ότι ανοίγω συζητήσεις. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, όμως έτσι έμαθα να λειτουργώ. Είμαι παιδί του ορθολογισμού και καταλήγω να φτάνω στα όρια του παραλογισμού εξαιτίας των παιδιών μου.

Θέλω να ελπίζω πως αυτά που τους λέω καρφώνονται κάπου στο τρελό τους κεφαλάκι και πως όταν θα έρθει η ώρα θα τα θυμούνται και θα τα εφαρμόζουν. Μέχρι τότε, εξοπλίζομαι με υπομονή, με κουράγιο και συνεχίζω να δίνω λογικές απαντήσεις σε τρελές ερωτήσεις, ελπίζοντας πως μεγαλώνοντας θα συνεχίσουν να είναι το ίδιο περίεργες, να αμφισβητούν με τον ίδιο ρυθμό και να έχουν το γιατί στο στόμα συνεχώς.